Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2015

Ούρσουλα Λε Γκεν: Ο Μάρεϋ Μπούκτσιν και το μέλλον της αριστεράς

Πρόλογος στη συλλογή κειμένων του Μάρεϋ Μπούκτσιν, Η Επόμενη Επανάσταση,
που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Verso.


Η «αριστερά», είναι ένας όρος που αποκτά τη σημασία του από την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης, και διευρύνει αυτή τη σημασία με την άνοδο του σοσιαλισμού, του αναρχισμού και του κομμουνισμού. Η Ρωσική επανάσταση εγκαθίδρυσε μια κυβέρνηση εξολοκλήρου αριστερή στη σύλληψή της, αριστερά και δεξιά κινήματα χώρισαν την Ισπανία, δημοκρατικά κόμματα στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική τοποθετήθηκαν στη διάταξη που χωρίζει τους δύο πόλους. Αριστεροί φιλελεύθεροι σκιτσογράφοι απεικόνισαν την αντιπολίτευση ως ένα χοντρό πλουτοκράτη με πούρο, τη στιγμή που αντιδραστικοί στις ΗΠΑ δαιμονοποίησαν τους «κομμουνιστές» από τη δεκαετία του ’30 και σε όλη τη διάρκεια του ψυχρού πόλεμου. Η αντίθεση μεταξύ αριστεράς και δεξιάς, συχνά παρά την όποια υπεραπλούστευσή της, υπήρξε για δύο αιώνες χρήσιμη ως υπενθύμιση και περιγραφή μιας δυναμικής ισορροπίας.

Συνεχίζουμε να χρησιμοποιούμε τους όρους στον εικοστό πρώτο αιώνα, τι παραμένει αριστερό στην Αριστερά όμως; Η αποτυχία του κρατικού κομμουνισμού, η σιγανή ενσωμάτωση κάποιου βαθμού σοσιαλισμού από τις δημοκρατικές κυβερνήσεις, η αμείλικτη δεξιόστροφη κίνηση της πολιτικής όπως καθοδηγείται από τον εταιρικό καπιταλισμό, έκανε την προοδευτική σκέψη να δείχνει σε μεγάλο βαθμό, ξεπερασμένη ή περιττή ή απατηλή. Η Αριστερά περιθωριοποιήθηκε μέσα στη σκέψη της, αποσπασματοποιήθηκε στους στόχους της χωρίς να πείθει για την ικανότητά της να ενώσει. Ιδιαίτερα στην Αμερική, η στροφή προς τα δεξιά υπήρξε τόσο ισχυρή ώστε ο καθαρός φιλελευθερισμός αποτελεί πλέον το τρομοκρατικό φάντασμα που υπήρξε κάποτε ο αναρχισμός ή ο σοσιαλισμός, και οι αντιδραστικοί αποκαλούνται πλέον ως «μετριοπαθείς».


Έτσι, σε μια χώρα που το μόνο που κάνει είναι να κλείνει το αριστερό της μάτι και να χρησιμοποιεί μόνο το αριστερό της χέρι, που ακριβώς χωράει ένας αμφιδέξιος και διόφθαλμος απίθανος γέρος όπως ο Μάρεϋ Μπούκτσιν;

Θα βρει το δρόμο του ανάμεσα στους αναγνώστες. Πολλοί άνθρωποι αναζητούν μια συνεπή και εποικοδομητική σκέψη στην οποία μπορούν να βασίσουν τη δράση τους – μια απογοητευτική αναζήτηση. Θεωρητικές προσεγγίσεις που δείχνουν πολλά υποσχόμενες, όπως το Libertarian Party, καταλήγουν να είναι σαν την Ayn Rand μεταμφιεσμένη. Άμεσες και αποτελεσματικές λύσεις σε ένα πρόβλημα καταλήγουν, όπως το κίνημα Occupy, να στερούνται δομής και αντοχής για να έχουν διάρκεια. Οι νέοι, οι άνθρωποι που αυτή η κοινωνία προδίδει κατάφωρα και αποδεικνύεται κατώτερη των προσδοκιών που η ίδια τους δημιουργεί, αναζητούν μια ευφυή, ρεαλιστική και μακροπρόθεσμη σκέψη: όχι μια ακόμη οργισμένη ιδεολογία, αλλά μια πρακτική υπόθεση εργασίας, μια μεθοδολογία για το πως να ξαναπάρουμε τον έλεγχο του που πάμε. Η επίτευξη αυτού του στόχου απαιτεί μια επανάσταση τόσο δυνατή, μιας και επηρεάζει βαθιά την κοινωνία ως όλο, όση και η δύναμη που επιθυμεί να τιθασεύσει.

Ο Μάρεϋ Μπούκτσιν ήταν ειδικός στη μη βίαιη επανάσταση. Στοχάστηκε πάνω στις ριζοσπαστικές κοινωνικές αλλαγές, τις σχεδιασμένες και μη, και τους τρόπους της καλύτερης δυνατής προετοιμασίας τους, όλη του τη ζωή. Μια νέα συλλογή κειμένων του, Η Επόμενη Επανάσταση: Λαϊκές συνελεύσεις και η υπόσχεση της άμεσης δημοκρατίας, που κυκλοφόρησε τον προηγούμενο μήνα από τις εκδόσεις Verso, μας μεταφέρει στον αναστοχασμό της ζωής του και το απειλητικό μέλλον που αντιμετωπίζουμε.

Οι ανυπόμονοι, ιδεαλιστικοί αναγνώστες μπορούν να τον βρουν άβολα σκληρό στη σκέψη. Είναι απρόθυμος να υπερπηδήσει την πραγματικότητα χάριν ονείρων με χαρούμενο τέλος, ανάλγητος στο καθαρό αδίκημα που προσποιείται ότι είναι πολιτική δράση: «Μια πολιτική αταξίας ή “δημιουργικού χάους”, ή μια αφελής πρακτική κυριαρχίας στους δρόμους (συνήθως κάτι περισσότερο από ένα φεστιβάλ στο δρόμο), πισωγυρίζει τους συμμετέχοντες στη συμπεριφορά μιας αγέλης νεαρών». Αυτό ανταποκρίνεται περισσότερο στο Καλοκαίρι της Αγάπης παρά στο κίνημα Occupy, αποτελεί παρόλα αυτά μια μόνιμα πειστική απειλή.

Ο Μπούκτσιν όμως δεν είναι ένας σκυθρωπός πουριτανός. Τον διάβασα πρώτη φορά ως αναρχικό, πιθανόν τον πιο εύγλωττο και σκεπτόμενο τις γενιάς του, ενώ η απομάκρυνσή του από τον αναρχισμό δεν τον έκανε να χάσει καθόλου την αίσθηση της χαράς της ελευθερίας. Δεν θέλει να δει αυτή τη χαρά, να καταρρέει ξανά, ανάμεσα στα ερείπια της ίδιας του της ευφορικής αδιαφορίας.

Εκείνο που έχει κληθεί να αντιμετωπίσει κάθε πολιτική και κοινωνική σκέψη τελικά, είναι φυσικά η αναπότρεπτη υποβάθμιση του περιβάλλοντος που προκαλεί ο ασυγκράτητος βιομηχανικός καπιταλισμός: το τεράστιο γεγονός για το οποίο η επιστήμη προσπαθούσε να μας πείσει εδώ και πενήντα χρόνια, τη στιγμή που η τεχνολογία μας παρείχε ακόμη μεγαλύτερους περισπασμούς από αυτό το γεγονός. Οποιοδήποτε προνόμιο μας απέφερε ο βιομηχανισμός και ο καπιταλισμός, οποιοδήποτε υπέροχο πλεονέκτημα στη γνώση, στην υγεία, στην επικοινωνία και στην άνεση, ρίχνει την ίδια θανάσιμη σκιά πάνω μας. Ό,τι διαθέτουμε, το έχουμε πάρει από τη γη. Και αυτό που παίρνουμε με συνεχώς αυξανόμενη ταχύτητα και απληστία, το επιστρέφουμε όχι μόνο δυσανάλογα, αλλά άγονο ή δηλητηριασμένο.

Παρ' όλα αυτά δεν μπορούμε να σταματήσουμε την διαδικασία. Μια καπιταλιστική οικονομία, εξ ορισμού, ζει από τη μεγέθυνση. Όπως παρατηρεί ο Μπούκτσιν: «Για τον καπιταλισμό το να σταματήσεις την ασυλλόγιστη επέκτασή του θα ήταν σαν να διέπραττες κοινωνική αυτοκτονία». Ουσιαστικά διαλέξαμε τον καρκίνο ως το μοντέλο του κοινωνικού μας συστήματος.
Η, μεγεθύνσου ή πέθανε, προστακτική του καπιταλισμού έρχεται σε ευθεία αντιπαράθεση με την οικολογική προστακτική για αλληλεξάρτηση και όριο. Οι δύο προστακτικές δεν γίνεται να συνυπάρξουν, όπως δεν μπορεί να επιβιώσει και μια κοινωνία που θεμελιώνεται στον μύθο της συμφιλίωσης αυτών των δύο. Είτε θα εγκαθιδρύσουμε μια οικολογική κοινωνία ή η κοινωνία θα καταρρεύσει για όλους ανεξαρτήτως της κοινωνικής τους θέσης. 

Ο Μπούκτσιν πέρασε μια ολόκληρη ζωή αντιτιθέμενος στο αδηφάγο έθος του, μεγεθύνσου ή πέθανε, καπιταλισμού. Τα εννέα κείμενα που απαρτίζουν το βιβλίο Η επόμενη επανάσταση αντιπροσωπεύουν την αποκορύφωση αυτής της δουλειάς: τα θεωρητικά στηρίγματα για μια εξισωτική και άμεσα δημοκρατική κοινωνία, με μια πρακτική προσέγγιση στην οικοδόμησή της. Ασκεί κριτική στις αποτυχίες των κινημάτων για την κοινωνική αλλαγή του παρελθόντος, αναβιώνει την υπόσχεση της άμεσης δημοκρατίας και στο τελευταίο κείμενο αυτής της συλλογής, σκιαγραφεί τον τρόπο με τον οποίο μπορούμε να μετατρέψουμε την περιβαλλοντική κρίση σε μια στιγμή αληθινής επιλογής – σε μια ευκαιρία να υπερβούμε την παραλυτική επίδραση των ιεραρχιών του φύλου, της φυλής, της τάξης, του έθνους, μια ευκαιρία για να βρούμε μια ριζοσπαστική θεραπεία για το ριζικό κακό του κοινωνικού μας συστήματος.

Διαβάζοντάς το, συγκινήθηκα και αισθάνθηκα ευγνωμονούσα, όπως τόσο συχνά διαβάζοντας Μάρεϋ Μπούκτσιν. Υπήρξε αληθινό τέκνο του Διαφωτισμού στο σεβασμό του για καθαρή σκέψη και ηθική ευθύνη καθώς και στην ειλικρινή, ασυμβίβαστη αναζήτηση μιας ρεαλιστική ελπίδας.